1821



Η συμβολή των Σουλιωτών στους αγώνες της Εθνεγερσίας

Το Σούλι, μια σειρά απόκρημνων και γυμνών βουνοκορφών κατά μήκος του ποταμού Αχέροντα, που περιελάμβανε στην αρχή τέσσερα χωριά: το Σούλι, την Κιάφα, την Σαμονίβα και το Αβαρίκο, και στη συνέχεια δεκατέσσερα, κατοικούσαν οι 47 ένοπλες πατριές του, οι φάρες, με γνωστότερες, εκτός από τις δύο ισχυρότερες των Μποτσαραίων και των Τζαβελαίων, τους Κουτσονικαίους, τους Δράκους, τους Δαγκλήδες και τους Ζερβαίους. Οι Σουλιώτες εκτός από ελληνικά μιλούσαν και αρβανίτικα λόγω της αρχικής τους καταγωγής, αν και μεταξύ τους μιλούσαν μόνο ελληνικά, ενώ τα ονόματα με τα οποία βαπτίζονταν, όπως και τα τραγούδια τους, αλλά και τα τοπωνύμιά τους ήταν όλα ελληνικά, δείγμα της βαθύρριζης ελληνικής τους συνείδησης.

Την εποχή των χρόνων λίγο πριν από την Επανάσταση, ο Αλβανός Αλή πασάς (1744-1822), ο αποκαλούμενος Τεπελενλής (επειδή γεννήθηκε στο Τεπελένλι), διοικητής στα Ιωάννινα (Γιάννενα ή Γιάννινα) από το 1788 και τυπικά εκπρόσωπος της Πύλης, αναδεικνύεται σε ημιανεξάρτητο ηγεμόνα ενός ελληνοαλβανικού κράτους («κράτος εν κράτει») που περιλαμβάνει την Ήπειρο και την Θεσσαλία (1790). ). Εμπόδιο στην επεκτατική του πολιτική στέκεται μόνο το Σούλι, εναντίον του οποίου οργανώνει τρεις εκστρατείες για πάνω από δέκα χρόνια , και έμειναν στην Ιστορία μας ως οι Σουλιώτικοι πόλεμοι.

Ο Αλής προσπαθεί να υποτάξει το Σούλι για πρώτη φορά το 1789, αλλά οι Σουλιώτες αποδεκάτισαν τον εκ 15.000 ανδρών αλβανικό στρατό του και κατεδίωξαν τον ίδιο μέχρι των Ιωαννίνων.

Στην δεύτερη εκστρατεία του, τον Ιούλιο του 1792, ο Αλή πασάς διεξάγει άκαρπους αγώνες επί είκοσι μέρες  με στρατό από 13.000 Τουρκαλβανούς, προσπαθώντας ξανά να υποτάξει το Σούλι. Τον αντιμετωπίζουν 1.500 Σουλιώτες με κυριότερο πολέμαρχο τον Λάμπρο Τζαβέλα, συνεπικουρούμενο από τον Γιώργη Μπότσαρη, και την γυναίκα τού Λάμπρου, Μόσχω Τζαβέλα («πως πολεμάει η Τζαβέλαινα σαν πρώτο παλληκάρι», Δημοτικό), των οποίων τον γιο Φώτο Τζαβέλα κρατούσε όμηρο ο Αλή πασάς στα Γιάννενα («Ο πόλεμος αρχίνισε, κι ανάψαν τα ντουφέκια. Τον Ζέρβα και τον Μπότσαρη εφώναξε ο Τζαβέλας: Παιδιά ήρθε η ώρα του σπαθιού κι ας πάψει το ντουφέκι!», Δημοτικό). Ο Αλής υφίσταται πανωλεθρία, και παρολίγον να χάσει την ζωή του δραπετεύοντας την τελευταία στιγμή πάνω σε ένα άλογο, το οποίο κατά την λαϊκή παράδοση ζητούσε πανικόβλητος από τον αρχηγό των στρατευμάτων του Αλβανό Ομέρ Βρυώνη («Το άλογο! το άλογο! Ομέρ Βρυώνη, το Σούλι εχύμηξε και μας σκοτώνει. Το άλογο! το άλογο! ακούς σφυρίζουν, ζεστά τα βόλια τους μας φοβερίζουν», από το ποίημα «Η φυγή» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη). Η ήττα του ήταν τόσο βαριά ώστε αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει με τους Σουλιώτες, απελευθερώνοντας και τον Φώτο Τζαβέλα, ο οποίος πήρε την θέση του ηρωϊκού Λάμπρου, που πληγώθηκε στις μάχες και πέθανε λίγο μετά από τα τραύματά του.

Στη συνέχεια το 1800, ο Αλής προσπαθεί για τρίτη φορά να εκπορθήσει το Σούλι. Ηγούμενος εκστρατευτικού σώματος από 10.000 Τουρκαλβανούς πολιορκεί για τα τρία επόμενα χρόνια το Σούλι, που αμύνεται σθεναρά υπό τον Φώτο Τζαβέλα, στου οποίου το σπαθί ορκίζονταν οι Σουλιώτες. Ο Αλής όμως, προσεταιριζόμενος περιστασιακά γνωστούς πολέμαρχους και ενσπείροντας μεταξύ τους διχόνοια, καταλαμβάνει το 1803 το Σούλι, μετά από προδοσία του Πήλιου Γούση, ενός Σουλιώτη της φάρας των Μπουσμπαίων, εκμεταλλεύομενος τις έριδες και τις βεντέτες των Σουλιώτικων πατριών («Ανάθεμά σε Μπότσαρη κι εσένα Κουτσονίκα, με τη δουλειά που κάματε ετούτον τον χειμώνα, να βάλτε όρνια τον πασά, μέσα στο Κακοσούλι», Δημοτικό). Μόνο το τελευταίο οχυρό του Σουλίου, το Κούγκι, στο οποίο έχουν καταφύγει 300 Σουλιώτικες οικογένειες, ανθίσταται ηρωϊκά. Αντί να παραδοθεί, το Κούγκι προτιμά να γίνει ηρωϊκό ολοκαύτωμα, καθώς ο υπεύθυνος για την άμυνά του καλόγερος Σαμουήλ  τινάζει το οχυρό στον αέρα, βάζοντας φωτιά στις πυριτιδαποθήκες. Η προσωπικότητα του Σαμουήλ παραμένει ιστορικά άγνωστη, λόγω του αναχωρητισμού του. Το μόνο που είναι γνωστό είναι το μυστικιστικό προσωνύμιο με το οποίο ήταν γνωστός («Η Τελευταία Κρίση»), ίσως γιατί είχε αφοσιωθεί, ψυχή τε και σώματι, στον «ιερό αγώνα» κατά των Μουσουλμάνων.

Από τους Σουλιώτες που είχαν εν τω μεταξύ αποχωρήσει, συνάπτοντας συνθήκη με τον Αλή την οποία ο τελευταίος καταπάτησε αμέσως μετά, ένα σώμα εκ 2.000 υπό τον Φώτο Τζαβέλα, συνεπικουρούμενο από τον Δράκο, τον Ζέρβα, και τον Δαγκλή, διασώθηκε φθάνοντας στην Πάργα και από εκεί στην Κέρκυρα. Το άλλο εκ 1.500, υπό τον Κουτσονίκα, τον Κίτσο Μπότσαρη και τον Φωτομάρα, αποδεκατίσθηκε στο Ζάλογγο από τους Τουρκαλβανούς του Άγο Μουχτάρη και του Μέτζο Μπόνο. Εκεί 60 Σουλιώτισες προτίμησαν να πέσουν χορεύοντας στον γκρεμό του Ζαλόγγου (στον Αχέροντα ποταμό), αφού πρώτα κατεκρήμνισαν τα τέκνα τους, για να μην πέσουν ζωντανές στα χέρια των Τούρκων. Έπεσαν πιασμένες χέρι-χέρι, χορεύοντας τον χορό του Ζαλόγγου και τραγουδώντας το αθάνατο στιχούργημα της στιγμής: «Έχε γειά καημένε κόσμε, έχε γειά γλυκιά ζωή, έχετε γειά ραχούλες, λόγγοι βουνά βρυσούλες. Στη στεριά δεν ζει το ψάρι, μήτε ανθός στη ρεματιά, κι οι Σουλιώτισες δεν ζούνε, δίχως την ελευθεριά»). Στη μάχη με τους Τουρκαλβανούς διακρίθηκε και ο μεταμεληθείς Πήλιος Γούσης ( ο οποίος σκοτώθηκε αργότερα, μαχόμενος ηρωϊκά στο Μεσολόγγι). Ένα τρίτο σώμα από 300 παιδιά και γυναίκες Σουλιωτών, κατεσφάγη από τους Τούρκους στην Ρηνιάσα. Εκεί η Δέσπω Μπότσαρη, γυναίκα του Γιώργη Μπότσαρη που είχε αποστατήσει και είχε φύγει από το Σούλι το 1802, αυτοκτονεί μαζί με οκτώ Σουλιώτισες, βάζοντας φωτιά σε ένα κιβώτιο με μπαρούτι, εξαγνίζοντας έτσι με την ηρωϊκή της πράξη την αποστασία του συζύγου της. («Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν τούρκεψεν η Κιάφα, η Δέσπω αφέντες λιάπηδες δεν έκανε, δεν κάνει. Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει: Σκλάβες Τουρκών μη ζήσωμε, παιδιά μαζί μου ελάτε. Και τα φυσέκια ανάψανε, κι όλοι φωτιά γενήκαν», Δημοτικό).

Την ολοσχερή εκδίωξη των Σουλιωτών από τα πάτρια εδάφη επέτυχε ο Αλή πασάς μετά την επίθεσή του στα Άγραφα, στη Μονή του Σέλτσου, κατά των Μποτσαραίων, που πριν αρκετό καιρό είχαν αποσυρθεί από το Σούλι στο Βουλγαρέλι. Στη Μονή του Σέλτσου είχε καταφύγει μαζί τους από τον Ιανουάριο του 1804, αμέσως  μετά το Ζάλογγο, και ο Κίτσος Μπότσαρης, μαζί με τον γιο του Μάρκο και την πεντάμορφη κόρη του Λένω. Ο Αλής αποδεκάτισε τους Μποτσαραίους μετά από τετράμηνη πολιορκία της μονής, τον Απρίλιο του 1804. Στην τελική επίθεση των 7.000 Τουρκαλβανών υπό τους Άγο Μουχαντάρη και Μπεκίρ Τζογαδούρο, εναντίον των 1.000 πολιορκημένων Σουλιωτών, η δεκαπεντάχρονη θυγατέρα του Κίτσου Μπότσαρη, η πανέμορφη και θρυλική για την ανδρεία της Λένω, προτίμησε μετά από ηρωϊκή αντίσταση, να αυτοκτονήσει, πέφτοντας στα νερά του Αχελώου, παρά να πέσει στα χέρια των Τούρκων.(«Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε Τζοχανταραίοι. Τούρκοι για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου, σέρνω φουσέκια στην ποδιά και βόλια στις μπαλάσκες. Κόρη για ρίξε τ΄ άρματα, γλύτωσε τη ζωή σου. Τι λέτε μωρ΄παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια; Εγώ ΄μαι η Λένω Μπότσαρη, η αδερφή του Γιάννη, που ΄καμε την αρβανιτιά και ντύθηκε στα μαύρα», Δημοτικό). Από την καταστροφή του Σέλτσου διασώζονται μόνον ο Κίτσος Μπότσαρης, ο γιός του Μάρκος, σαράντα οκτώ (48) άντρες και μία γυναίκα, οι οποίοι κατορθώνουν τελικά να φθάσουν στην Πάργα. Ο Πήλιος Γούσης, βαριά τραυματισμένος διαφεύγει στο Μεσολόγγι, όπου αργότερα θα πέσει σαν αληθινός Σουλιώτης. Ο Κίτσος Μπότσαρης μαζί με τον γιο του Μάρκο και τον αδελφό του Νότη καταφεύγουν στην Κέρκυρα όπου βρίσκονται ήδη ο Φώτος Τζαβέλας και ο Κουτσονίκας. Ο Αλή πασάς στέλνει πράκτορες με εντολή να τους εξοντώσουν. Ένας εξ αυτών καταφέρνει να δολοφονήσει τον Φώτο, ρίχνοντας δηλητήριο στον καπνό της πίπας του, από το οποίο πεθαίνει μόλις την ανάβει, μέσα σε φρικτούς πόνους. 

Πάντως όσοι Σουλιώτες διασώθηκαν από την γενοκτονία του Αλή πασά, κατέφυγαν τελικά στα Επτάνησα για να αποτελέσουν μελλοντικά έναν από τους πλέον αξιόμαχους στρατιωτικούς πυρήνες κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης.

Μετά την επικράτησή του επί των Σουλιωτών, ο Αλή πασάς στρέφεται εναντίον των Κλεφταρματολών τους οποίους και εξοντώνει. Ιστορική έχει μείνει η προσπάθειά του να απαλλαγεί από τον αρματολό των Αγράφων Κατσαντώνη, ο οποίος στις συνελεύσεις των διασημότερων αρματολών της Αιτωλίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, που έγιναν στην Κέρκυρα και την Λευκάδα το 1806 και 1807 αντίστοιχα, με διοργανωτή τον Ιωάννη Καποδίστρια και με την παρουσία του Ιγνάτιου Ουγγροβλαχίας, ανακηρύχθηκε πολέμαρχος (ο ανδρειότερος των ανδρείων). Ο Αντώνης Κατσαντώνης, στον οποίο θήτευσε ο μετέπειτα επίσης διάσημος αρματολός των Αγράφων Γεώργιος Καραϊσκάκης, μετέχει σε ευρύτερα σχέδια ανατροπής του Αλή πασά. Ο Κατσαντώνης εξοντώνει τον αιμοβόρο Βελή Γκέκα που κινείται εναντίον του, τελικά όμως, και ενώ ασθενεί βαριά και κρύβεται στη σπηλιά του, προδίδεται από έναν Έλληνα διαβολοκαλόγερο, τον Καρδερίνη, και συλλαμβάνεται από τον Γιουσούφ Αράπη που εισβάλλει αιφνιδιαστικά στο καταφύγιό του με 60 Αλβανούς. Τον μεταφέρουν τραυματισμένο στα Ιωάννινα («Χίλιοι τον παν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω, δεμένο πάνω σ΄ άλογο στα Γιάννινα τον πάνε», Δημοτικό), όπου ο Αλή πασάς διατάσσει να τον εξοντώσουν κατά τρόπο ειδεχθή, σπάζοντάς του τα κόκκαλα στο αμόνι, μαρτύριο που υπομένει μέχρι τέλους με μεγάλη ανδρεία («Χτυπάτε, πλεκάτε με σκυλιά τον Κατσαντώνη, δεν τον τρομάζει ο Αλήπασας, φωτια σφυρί κι αμόνι», Αριστοτέλης Βαλαωρίτης).

Στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Αλή πασά αντέχουν μόνο οι αρματολοί του Ολύμπου Γιάννης Σταθάς, Παπα-Θύμιος Βλαχάβας, και Νικοτσάρας (Νίκος Τσάρας), οι οποίοι μεταφέρουν τον αγώνα στο Άγιο Όρος και τις Βόρειες Σποράδες, Ο Σταθάς, γαμπρός του διάσημου κλεφταρματολού Μπουκουβάλα, συνεπικουρούμενος από τον Νικοτσάρα, συγκροτεί το 1807 με βάση την Σκιάθο τον περίφημο «πειρατικό» καταδρομικό στολίσκο, γνωστό ως «μαύρα καράβια», από το χρώμα των μικρών πλοίων του, των ιστίων τους, αλλά και την περιβολή των ανδρών του. Στην αρχή συνεργάζεται με τον Ρώσο ναύαρχο Σινιάβιν (ο οποίος δρα στη Μεσόγειο το 1807, λόγω του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806-1812), αλλά στη συνέχεια δρα ανεξάρτητα, υπερασπίζοντας την ελληνική υπόθεση.Το ίδιο κάνει αργότερα, με βάση την Σκόπελο, ο Παπα-Θύμιος Βλαχάβας, μετά την αποτυχία της επαναστάσεως που οργάνωσε κατά του Αλή πασά, καταλαμβάνοντας την Καλαμπάκα τον Μάϊο του 1808. Όλοι αυτοί είναι οι γνωστοί πειρατές του Αιγαίου οι οποίοι αποτελούσαν τον φόβο και τον τρόμο των Τούρκων, επεκτείνοντας τις καταδρομές τους μέχρι των Δαρδανελλίων. Η δράση τους υπεστάλη μετά από παραινέσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη. Ο Νικοτσάρας εδολοφονήθη στην Σκόπελο από Αλβανό πράκτορα του Αλή πασά, ενώ ο Βλαχάβας συνελήφθη δια δόλου από Αλβανούς, ωδηγήθηκε δέσμιος στα Ιωάννινα και υπέστη μαρτυρικό θάνατο κατά διαταγήν του Αλή.

Ο Αλή πασάς επεκτείνει ακόμα περισσότερο την επικράτειά του με την πολιορκία και στην συνέχεια, το 1819, την αγορά της Πάργας (έναντι 150.000 λιρών στερλινών), η οποία από το 1815 βρίσκεται υπό αγγλική προστασία. Το γεγονός αυτό αναγκάζει τους Παργινούς, αλλά κσι όσους Σουλιώτες είχαν καταφύγει εκεί, να πάρουν ότι μπορούν και, μαζί με τα κόκκαλα των προγόνων τους που τα ανέσκαψαν από τα νεκροταφεία, να καταφύγουν στην Κέρκυρα.

Τον Μάίο του 1820 ο Αλή πασάς στασιάζει, και αρνούμενος να απολογηθεί στον Σουλτάνο για τις αποσχιστικές του ενέργειες, εμπλέκεται από τον Σεπτέμβριο του 1820 σε πόλεμο κατά της Τουρκίας,

***

Εν τω μεταξύ επέρχεται ο μεγάλος ξεσηκωμός του Γένους των Ελλήνων. Το σχέδιο της Επανάστασης εγκρίνεται στην μεγάλη σύσκεψη της Φιλικής Εταιρείας που γίνεται στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας στις 20 Οκτωβρίου 1820, μετά από μια κρίσιμη  συνάντηση του Υψηλάντη περί τα τέλη Αυγούστου του 1820 με τον διακεκριμένο φιλικό και απεσταλμένο των προκρίτων της Πελοποννήσου Ιωάννη Παπαρηγόπουλο (1780-1874), διερμηνέα στο ρωσικό προξενείο των Πατρών, ο οποίος έχει επαφές με τον ήδη αποστατήσαντα Αλή πασά.

Ο Ιωάννης Παπαρηγόπουλος μετά την συνάντησή του με τον Υψηλάντη, μεταβαίνει σε μεγάλη επί τούτου συνέλευση των προεστών της Πελοποννήσου στην Τρίπολη τον Σεπτέμβριο του 1820, στην οποίαν μετείχαν οι Θεόδωρος Δεληγιάννης και Παπαλέξης (Μοραγάννηδες), ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος των Πατρών, ο Ανδρεάς Ζαίμης των Καλαβρύτων, ο Ανδρέας Λόντος της Βοστίτσας (Αιγίου), ο Κανέλλος Δεληγιάννης της Καρύταινας, ο Γεώργιος Σισίνης της Γαστούνης, ο Δημήτριος Παπατσώνης της Τριφυλίας, και ο Παναγιώτης Κρεβατάς του Μυστρά, οι οποίοι βρίσκονται σε στενή επαφή με τον πολιτικό διοικητή της Μάνης Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, όπου και ανακοινώνει τις προθέσεις του Υψηλάντη για την επικείμενη εξέγερση του γένους.

Οι προεστοί τον εξουσιοδοτούν να ενθαρρύνει τον Αλή πασά και να ενισχύσει τις αποσχιστικές του ενέργειες, ώστε η Πύλη να ευρεθεί αποδυναμωμένη στρατιωτικά κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, αποστολή την οποία φέρει εις πέρας επιτυχώς, πείθοντας τους Σουλιώτες να συμπράξουν με τον Αλή εν όψει της εκρήξεως της Ελληνικής Επανάστασης. Πράγματι στο πλευρό του Αλή, ο οποίος κηρύσσεται από τον Σουλτάνο φιρμανλής (αποστάτης) τον Σεπτέμβριο του 1820, και αντιμετωπίζει τα σουλτανικά στρατεύματα του Αλβανού Ισμαήλ Πασόμπεη, προστρέχουν τον Νοέμβριο του 1820 από τα Επτάνησα 700 Σουλιώτες υπό την στρατηγεία του Μάρκου Μπότσαρη, οι οποίοι αντιμετωπίζουν το κύριο βάρος των σουλτανικών επιθέσεων και κρατούν τον αποσχιστικό αγώνα του Αλή ζωντανό.

Ο στρατός του Σουλτάνου, αρχικά υπό τον Ισμαήλ Πασόμπεη και, από τον Ιανουάριο του 1821, υπό τον αρχιστράτηγο (σερασκέρη) Μεχμέτ Χουρσίτ πασά, νέο διοικητή της Πελοποννήσου (Μόρα Βαλεσί) από τον Νοέμβριο του 1820, εγκλωβίζει τον Αλή στα Ιωάννινα (Γιάννινα), τα οποία και πολιορκεί. Ο Αλή πασάς προβάλλει σθεναρή και μακρά αντίσταση, η οποία συνεχίζεται και μετά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως (για σχεδόν ένα χρόνο) - γεγονός που βοηθά σημαντικά τον εν τω μεταξύ εκραγέντα εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων - για να δολοφονηθεί τελικά από τους Τούρκους κατά την πτώση των Ιωαννίνων, στις 24 Ιανουαρίου του 1822.

Στις 4 Ιουλίου του 1822 στην Δυτική Ελλάδα, η Ελληνική Επανάσταση δέχεται ισχυρό πλήγμα, μετά την εξόντωση του εκστρατευτικού σώματος των Φιλελλήνων εκ 4.000 ανδρών στη μάχη του Πέτα στην Ήπειρο (κοντά στην Άρτα), στην προσπάθεια του άπειρου περί τα στρατιωτικά Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου να ενισχύσει τους πολιορκημένους από τον στρατό του Χουρσίτ  Σουλιώτες της Κιάφας, οι οποίοι, μετά την πτώση του Αλή πασά, είχαν επιστρέψει στα πάτρια. Αφορμή για την πολιορκία του Σουλίου απετέλεσε η ενέδρα που έστησαν σε 2.000 Τούρκους του Χουρσίτ ο Μάρκος και ο Γιώργης Μπότσαρης τον Μάρτιο του 1822 στα Πέντε Πηγάδια, νοτίως των Ιωαννίνων, οι οποίοι, ηγούμενοι 300 Σουλιωτών, τους αποδεκάτισαν. Στη μάχη του Πέτα, που ακολούθησε μετά τη νίκη των Γερμανών Φιλελλήνων υπό τον στρατηγό Κάρολο Νόρμαν στις 10 Ιουνίου 1822 στο Κομπότι της Άρτας, μεταξύ των πεσόντων είναι οι Ιταλοί συνταγματάρχες από το Πεδεμόντιο, Πιέτρο Ταρέλλα και Δάνια, και ο Πολωνός Μιρζέφσκι, ενώ σοβαρά τραυματίζεται και ο Γερμανός στρατηγός Νόρμαν, ο οποίος και πεθαίνει μετά από δύο μήνες από τα τραύματά του. Την ευθύνη για την μείζονα αυτή καταστροφή, για να αποσείσει την δική του, απέδωσε ο Μαυροκορδάτος (ο «Τσίντζιλε Φίντζιλε» κατά τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό του από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο), στον γνωστό οπλαρχηγό της Ηπείρου Γώγο Μπακόλα, τον οποίο κατηγόρησε ως προδότη, επειδή άφησε αφύλακτη την τοποθεσία της δικής του ευθύνης στους Τουρκαλβανούς του Μεχμέτ Ρεσίτ πασά Κιουταχή, του Ομέρ Βρυώνη και του Ισμαήλ Πλιάσα, το σύνολο των οποίων ανήρχετο σε 9.000 άνδρες.

Αμέσως μετά τη μάχη του Πέτα, στην οποία οι Ευρωπαίοι Φιλέλληνες έχασαν πάνω από 1.000 άνδρες, οι Τουρκαλβανοί, εξαγριωμένοι από τις δικές τους, επίσης βαρύτατες, απώλειες (άνω των 1.500 νεκρών), δένουν τα κομμένα κεφάλια των πεσόντων και τα κρεμούν στα υποζύγια, ποτίζοντας με το αίμα τους όλο το δρόμο προς την Άρτα όπου τα μετέφεραν. Από αυτή την άποψη, αποδείχθηκαν προφητικά τα λόγια του Φιλέλληνα Ιταλού συνταγματάρχη Δάνια, που διακήρυττε πριν από τη μάχη: «Κι αν στήσουν τα κεφάλια μας οι Τούρκοι στα σεράγια τους... αυτά θα τους διδάξουν πώς θυσιάζονται οι άνθρωποι για τη λευτεριά τους και την πίστη τους».

Λίγο αργότερα στις 25 Ιουλίου 1822  εκστρατευτικό σώμα εκ 500 Μανιατών  υπό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, αποβιβάζεται στο Φανάρι της Ηπείρου, δημιουργώντας προγεφύρωμα για να βοηθήσει τους πολιορκούμενους Σουλιώτες στην Κιάφα από τα στρατεύματα του Χουρσίτ. Εκεί στην ιστορική μάχη της «Αμμουδιάς» (της Σπλάντζας), οι 500 Μανιάτες ενωμένοι με 200 Σουλιώτες αντιμετωπίζουν 4.000 Τουρκαλβανούς υπό τον Μουσταφάμπεη, κεχαγιά (υπασπιστή) του Χουρσίτ, που είχε αιχμαλωτισθεί στην Τριπολιτσά και που μόλις είχε απελευθερωθεί. Ο Μουσταφάμπεης έφερε βαρέως την σύλληψή του στην Τριπολιτσά από τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, η οποία έγινε κάτω από ταπεινωτικές συνθήκες γι΄αυτόν (συνελήφθη κρυπτόμενος μεταξύ των γυναικών του χαρεμιού του Χουρσίτ στο σεράϊ - διοικητήριο - των Τούρκων). Μετά την σύλληψή του, είπε στον Κυριακούλη που τον επισκέφθηκε: «Είθε να δώσει ο Αλλάχ να πολεμήσουμε ξανά εμείς οι δυο, για να αιχμαλωτίσω εγώ εσένα», για να λάβει την απάντηση: «Μπορεί να πολεμήσουμε ξανά, αλλά ζωντανό δεν θα με πιάσεις». «Ούτε κι εμένα θα με αιχμαλωτίσουν πια ξανά» ανταπήντησε ο Μουσταφάμπεης. Οι αποφάσεις των δυο ανδρών προδιέγραψαν το μέλλον τους στην μεταξύ τους σύγκρουση που επακολούθησε στην Σπλάντζα.

Κατά την διάρκεια της άνισης μάχης σκοτώνεται ο ανδρείος και δημοφιλής αρχηγός των Μανιατών Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, οι Έλληνες αναχαιτίζονται προς στιγμήν, και ενώ η νίκη έκλινε προς το μέρος των Τούρκων, οι Μανιάτες καταφέρνουν και σκοτώνουν τον Μουσταφάμπεη με αποτέλεσμα την άτακτη αποχώρηση των Τουρκαλβανών οι οποίοι αφήνουν πίσω τους 50 νεκρούς έναντι 3 Ελλήνων. Οι Έλληνες, συντετριμμένοι από την απώλεια του Κυριακούλη, αποσύρονται μεταφέροντας το σώμα του, εν μέσω Μανιάτικων και Σουλιώτικων μοιρολογιών, για ταφή στο Μεσολόγγι.   Πάντως, ο γενναίος Σουλιώτης οπλαρχηγός Μάρκος Μπότσαρης κατορθώνει να διαφύγει από την Κιάφα και ενισχύει με τους πολεμιστές του το Μεσολόγγι, που αποτελεί στόχο των Τούρκων, τώρα που ο άξονας των Ιωαννίνων προς την Αιτωλία είναι ανοικτός γι αυτούς.

Στην Δυτική Ελλάδα  τον Οκτώβριο του 1822, οι Τούρκοι υπό τους Ομέρ Βρυώνη και Μεχμέτ Ρεσίτ (Κιουταχή) καταφθάνουν και πολιορκούν το Μεσολόγγι με 10.000 άνδρες, ενώ από την θάλασσα το αποκλείει ο Γουσούφ των Πατρών. Οι Τούρκοι εξαπολύουν γενική έφοδο ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1822, πιστεύοντας ότι οι υπερασπιστές του θα ήταν ανέτοιμοι λόγω του αναμενόμενου εκκλησιασμού τους κατά την ημέρα εκείνη. Οι ¨Έλληνες όμως αγρυπνούν και μετά από άγρια μάχη πέντε ωρών ο Μάρκος Μπότσαρης καταγάγει περιφανή νίκη, τρέποντας τους Τούρκους εις άτακτο φυγή και εκδικούμενος τούς προ εξαμήνου θανάτους των Φιλελλήνων στο Πέτα και του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη (αδελφού του Πετρόμπεη) στη Σπλάντζα της Ηπείρου. Οι Τούρκοι αφήνουν πίσω τους 500 νεκρούς, έναντι 25 των Ελλήνων, και εγκαταλείποντας τους νεκρούς τους αλλά και πλούσια λάφυρα, εκκενώνουν εσπευσμένα την Αιτωλία και υποχωρούν κάτω από συνεχείς επιθέσεις φθοράς από τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, χάνοντας άλλους 500 άνδρες που πνίγονται από τον πανικό τους στον Αχελώο, μέχρι να φθάσουν καταρακωμένοι στα Ιωάννινα.

Το επόμενο έτος 1823, με την έναρξη της Ανοίξεως οι Τούρκοι ακολουθούν το ίδιο στρατηγικό σχέδιο με τα δύο προηγούμενα χρόνια, δηλαδή την αποστολή δυο στρατιών, μία στον ανατολικό άξονα υπό τους Γιουσούφ πασά Περκόφτσαλη και Σαλίχ πασά, και μία στον δυτικό υπό τους Ομέρ Βρυώνη (με στόχο πρώτα το Αγρίνιο-Καρβασαρά και μετά το Μεσολόγγι), και Μουσταή πασά της Σκόδρας, από τα Άγραφα, (με στόχο κατευθείαν το Μεσολόγγι, στο οποίο θα έφθανε τελικά και ο Ομέρ Βρυώνης).

Η δεύτερη (δυτική) στρατιά υπό τον Μουσταή οδεύει σύμφωνα με το σχέδιο και πάλι προς Μεσολόγγι. Εναντίον τους επιπίπτει ο Μάρκος Μπότσαρης με 200 Σουλιώτες, ο οποίος αιφνιδιάζει τους Τουρκαλβανούς της εμπροσθοφυλακής του Μουσταή και την νύκτα της 8ης προς 9η Αυγούστου 1823 καταγάγει περιφανή νίκη εις την παρά το Καρπενήσι συναφθείσα μάχη στο Κεφαλόβρυσο, σκοτώνοντας 1.000 Αλβανούς και διαλύοντας το στρατόπεδό τους. Η νίκη των Ελλήνων όμως επισκιάζεται από τον θάνατο του ηρωϊκού Μάρκου. Ο Μάρκος όρμησε μόνος του με γυμνό σπαθί  στην σκηνή του ηγέτη της προφυλακής του Μουσταή, Τζελαλεντίν μπέη, με σκοπό να τον πιάσει ζωντανό, διασκορπίζοντας την φρουρά του, για να πέσει όμως νεκρός από σφαίρα που δέχτηκε στο πρόσωπο.

Λίγο πριν από την αιφνιδιαστική καταδρομή του στο Καρπενήσι, ο Μάρκος Μπότσαρης αποποιείται την αρχιστρατηγία στο Μεσολόγγι, που του απενεμήθη από την κυβέρνηση, αντιλαμβανόμενος ότι θα προκαλούσε αντιζηλίες στους αυτόχθονες οπλαρχηγούς αλλά και στους Σουλιώτες που ανήκαν στην φάρα των Τζαβελαίων, λέγοντας: «Οι άντρες τα βραβεύματα κερδίζουνε στις μάχες». Οι ανθρώπινες ζηλοφθονίες στην περίπτωση του Μάρκου, με την εμφανή υπεροχή του έναντι των άλλων σε ικανότητα, αγνότητα και ακεραιότητα χαρακτήρος, ήταν οφθαλμοφανείς, όπως επιγραμματικά επισημαίνει ο ιστορικός Νικόλαος Κασομούλης, στο έργο του «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833»: «Όλοι εσέβοντο τον Μάρκον, κανείς όμως δεν ήθελεν την υπεροχήν του».

Ο Μάρκος Μπότσαρης, γεννημένος στο Σούλι το 1790, όταν ήταν νεαρός στην Κέρκυρα το 1809, συνέταξε κατά προτροπή του Γάλλου προξένου στα Ιωάννινα (1806-1814), και μετέπειτα ιστοριογράφου της Ελληνικής Επανάστασης, Πουκεβίλ, το φέρον το όνομά του ελληνοαλβανικό λεξικό («Λεξικό της Ρωμαϊκής και Αρβανιτικής απλής»). Το λεξικό συνέταξε, με την βοήθεια του πατέρα του Κίτσου Μπότσαρη (1754-1813) και του θείου του Νότη Μπότσαρη (1759-1841) οι οποίοι υπηρετούσαν ως αξιωματικοί στο Γαλλικό σύνταγμα εξ Ηπειρωτών και Πελοποννησίων. Από τον τρόπο της σύνταξής του είναι εμφανές ότι ο Μάρκος, και οι Σουλιώτες που συμβουλεύονταν για να το συντάξει, δεν σκέπτονται «αλβανιστί» προκειμένου να αποδώσουν μια ελληνική φράση στην αλβανική, δεδομένου ότι το πόνημά του κυριαρχείται από φαινόμενα ελληνικής σύνταξης στο αλβανικό ιδίωμα του λεξικού. Εξ αυτού καταδεικνύεται ότι η μητρική γλώσσα των Σουλιωτών της εποχής ήταν η Ελληνική, γεγονός που τεκμηριώνει το πόσο απομακρυσμένοι ήταν οι ¨Έλληνες Σουλιώτες από τις αλβανικές ρίζες των προπατόρων τους.

Ο Μάρκος Μπότσαρης κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης αναδείχθηκε  ως ο ηρωϊκότερος και ευγενέστερος τύπος του Έλληνος μαχητή. Ο Μάρκος ήταν γενναίος (διακρίθηκε ιδιαίτερα στην καταστροφική για τους ΄Ελληνες μάχη του Πέτα το 1822) και συγχρόνως συνεσταλμένος και σιωπηλός. Βλέποντας τον ο Αλή πασάς, στον στρατό του οποίου υπηρέτησε κατά την πολιορκία των Ιωαννίνων από τους Τούρκους, είπε χαρακτηριστικά: «Αυτός εκεί που δεν μιλάει θα φάει πολλή Τουρκιά».  Κατά τον ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρηγόπουλο: «Δεν είχε το πολυμήχανον του Κολοκοτρώνη πνεύμα, ούτε το μεγαλεπήβολον πνεύμα όσπερ απεκάλυψε περί τα τέλη της επαναστάσεως ο Καραϊσκάκης. Λόγω αφοσιώσεως όμως και προσωπικής ανδρείας ουδείς ήτο αυτού ενάμιλλος. Η χρηστότης ήτο εζωγραφισμένη εις το πρόσωπον αυτού και η καλοκαγαθία εμαρτυρείτο υπό των τρόπων και των λόγων αυτού. Ήτο αρνίον κεκτημένον καρδίαν λέοντος. Οι Αλβανοί έλεγον ότι, αν ήτο μουσουλμάνος, ήθελον πιστεύσει ότι ο προφήτης επανήλθεν εις την γην».

Ο Μάρκος ορμούσε πρώτος στη μάχη, αρεσκόμενος πάντα σε δύσκολες νυκτερινές καταδρομές εναντίον του εχθρού και εδινε το σύνθημα της μάχης με την ιαχή: «Γιαγκίνι γίνεται παιδιά απόψε αυτή η νύχτα», ενώ στο άκουσμά της οι Τουρκαλβανοί, αντιλαμβανόμενοι την άφιξή του, ετρέποντο σε άτακτη φυγή ουρλιάζοντας: «Έρδε Μάρκο Μπότσαρη!...» (Έρχεται ο Μάρκος Μπότσαρης).

Λίγο πριν  την επιδρομή του στο Καρπενήσι, και ενώ έδινε 800 πολεμιστές του στον Κίτσο Τζαβέλα για να χτυπήσει σε άλλο σημείο, ενώ αυτός με τον Λάμπρο Βέϊκο κρατούσε τους λιγότερους (200) Σουλιώτες, λες από διαίσθηση του επερχόμενου τέλους του, τον αποχαιρέτησε λέγοντας: «Άϊντε ορέ Κίτσομ΄, θ΄ανταμωθούμε στον άλλο κόσμο».

Οι σκηνές που ακολούθησαν τον θάνατο του Μάρκου καταδεικνύουν την αίσθηση του τραγικού που έχουν οι Έλληνες μέσα τους  αλλά και συνάμα την αίσθηση της λατρείας του ιερού και ηρωϊκού θανάτου, και που η αυθεντικότητά της δεν μπορεί ποτέ να υποκατασταθεί από την όποια θεατρική ή κινηματογραφική αναπαράσταση ενός τέτοιου δράματος, όσο υψηλή και αν είναι η ποιότητα της αισθητικής του. Το σώμα του Μάρκου μεταφέρθηκε στα χέρια από το Καρπενήσι στο Μεσολόγγι εν μέσω του θρηνούντος λαού που το έραινε με μύρο και δάκρυα, ενώ συγχρόνως ζητωκραύγαζε στο πέρασμά του. Η μακρά αυτή εξόδιος ακολουθία σταμάτησε, καθοδόν προς Μεσολόγγι, στο μοναστήρι του Προυσού, όπου έλαβε χώρα το γνωστό νεκροφίλημα από τον Καραϊσκάκη που βρίσκονταν εκεί βαριά άρρωστος, ο οποίος προσκύνησε το λείψανο, ασπάστηκε το μέτωπο του νεκρού, και αναλυμένος σε δάκρυα είπε: «Άμποτες ήρωα Μάρκο μου, κι εγώ από τέτοιονε θάνατο να πάω!..». Η Ελλάδα στην διαχρονικότητά της.

Τα νέα του θανάτου του Μάρκου Μπότσαρη βρήκαν τη γυναίκα του τη στιγμή που χτένιζε τον ενδεκάχρονο γιο τους. Η γυναίκα του κεραυνοβολήθηκε και αναλύθηκε σε λυγμούς καθώς το αγόρι τους της έλεγε: «Μάνα, μην κλαίς και μη βάλεις μαύρα. Ο πατέρας σκοτώθηκε για την πατρίδα. Να μου δώσεις άλογο κι άρματα. Μπορώ να τα κρατώ. Θέλω να πάρω πίσω το αίμα του πατέρα μου».  Τον Μάρκο θρήνησε και ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμόςμε τους στίχους:

Κλεισμένο δεν έμεινε στόμα

Απάνου στου Μάρκου το σώμα.
Απέθαν΄, απέθαν΄ο Μάρκος
Μια θλίψη, μια άκρα βοή
Και θρήνος και κλάμμα πολύ.

Η κηδεία του Μάρκου έγινε στο Μεσολόγγι ενώπιον λαού και προκρίτων, και η επιτύμβια επιγραφή στον τάφο του αποτελεί τον καλύτερο επίλογο τον αφιερωμένο στη μνήμη του:

«Η Ελλάδα ποτέ δεν παραδέχεται πως οι γενναίοι πεθαίνουν».

Στις στρατιωτικές επιχειρήσεις που γίνονται αυτήν την περίοδο διακρίνεται πλέον σαφώς ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο οποίος στα αμέσως επόμενα χρόνια επέπρωτο να εξελιχθεί στην μεγαλύτερη μετά τον Κολοκοτρώνη στρατιωτική φυσιογνωμία του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων. Ενδιαφέρουσα είναι η γνώμη τους για την στρατιωτική αξία του Μάρκου. Ο Κολοκοτρώνης, στην αποτίμηση που έκανε ο ίδιος με μεγάλη μετριοφροσύνη, για τους καλύτερους στρατιωτικούς του αγώνα, κατέτασε πρώτο τον Μάρκο, δεύτερο τον Καραϊσκάκη, τρίτον τον Ανδρούτσο, τέταρτο τον Μακρυγιάννη, και πέμπτο τον εαυτό του. Ο δε Καραϊσκάκης έλεγε: «Ο Μάρκος ήτανε τρανός. Ούτε το δαχτυλάκι του δεν του φτάνουμε».

***

Στη συνέχεια του αγώνα για την ανεξαρτησία του Γένους, και πριν από την άφιξη του Ιμπραήμ στο τέλος του 1825, το Μεσολλόγγι πολιορκείται ήδη επί οκτώ μήνες από τον καλύτερο στρατηγό που ανέδειξε η Τουρκία την εποχή εκείνη, τον Μεχμέτ Ρεσίτ πασά Κιουταχή ο οποίος διέθετε στρατό από 20.000  άνδρες. Το Μεσολόγγι είχε οργανώσει την άμυνά του και προστατεύονταν από έναν χωματότοιχο, μια τάφρο, και τείχη με προμαχώνες (ντάπιες), έργα οχυρωματικά του μηχανικού Μιχαήλ Κοκκίνη. Η φρουρά της πόλης αποτελείτο από περίπου 2.500 μαχητές, πολλοί εκ των οποίων Σουλιώτες, υπό τους οπλαρχηγούς Νότη Μπότσαρη, Δημήτριο Μακρή, Νικόλαο Στουρνάρη, Ανδρέα  Ίσκο και Αθανάσιο Ραζηκότσικα. Ο άμαχος πληθυσμός ανερχόταν σε 12.000 υπό την πολιτική διοίκηση του Πατρινού προεστού Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου. Κατά την περίοδο αυτή ο Μιαούλης διέσπασε δύο φορές τον ναυτικό αποκλεισμό του Γιουσούφ των Πατρών και ανεφοδίασε την πόλη με τρόφιμα και πολεμοφόδια, ενώ ο αρχιναύαρχος Χοσρέφ ανεφοδίαζε το στρατόπεδο των Τούρκων. Πάντως όλες οι επιθέσεις του Κιουταχή απεκρούσθησαν με επιτυχία, ενώ συνδυασμός επιτυχών εξόδων των πολιορκημένων με τους εκτός Μεσολογγίου οπλαρχηγούς Κίτσο Τζαβέλα και Γεώργιο Καραϊσκάκη, που πλευροκοπούσαν συνεχώς τους Τούρκους, έφεραν τον Κιουταχή σε πολύ δύσκολη θέση.  

Με την άφιξη του Ιμπραήμ με 17.000 άνδρες και 150 πλοία, που προστέθηκαν στη δύναμη του Χοσρέφ και του Γιουσούφ των Πατρών, η πολιορκία γίνεται στενώτερη και η κατάσταση στο Μεσολόγγι καθίσταται δραματική, λόγω αδυναμίας των Ελλήνων να διασπάσουν τον κλοιό των εχθρών από ξηράς ή  να το ανεφοδιάσουν από θαλάσσης. Παρόλα αυτά οι αμυνόμενοι αρνούνται να συνθηκολογήσουν με τον Ιμπραήμ («Αποθνήσκομεν αλλά δεν προσκυνούμεν. Τα αιματοβαμμένα όπλα δεν παραδίδονται»). Ο Αιγύπτιος αποκαλεί περιφρονητικά τα τείχη της πόλης «φράχτη» και προσπαθεί να τα εκπορθήσει μόνος του, χωρίς αποτέλεσμα. Εν τω μεταξύ ο καιρός περνά και η σθεναρή και συνεχής αντίσταση των πολιορκημένων, για ένα περίπου έτος, προκαλεί τον θαυμασμό των λαών της Ευρώπης και ξεσηκώνει ένα κύμα έντονου φιλελληνισμού που αγγίζει πλέον και τις ηγεσίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Ακόμη και ο Μέττερνιχ, που αντιμάχεται λυσσωδώς την ελληνική ανεξαρτησία προβαίνει στη δήλωση: «Οποιαδήποτε και αν είναι η έκβαση της πολιορκίας του Μεσολογγίου, και ανεξάρτητα από τα αποτελέσματά της, κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η άμυνα των Ελλήνων είναι αληθινά έργο ηρώων».

Ένας προσωρινός αέρας αισιοδοξίας πνέει στις 25 Μαρτίου 1826 όταν ο Κίτσος Τζαβέλας με 150  Σουλιώτες κατορθώνει να αποβιβασθεί στην νησίδα της Κλείσοβας, δίπλα στο Μεσολόγγι και να ενισχύσει την ελληνική φρουρά. Του επιτίθεται ο Κιουταχής  με 600 άνδρες και ο Χουσεϊν με 3.000 Αιγύπτιους. Μετά από ολοήμερη μάχη το τουρκοαιγυπτιακό σώμα αποδεκατίζεται κυριολεκτικά, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 2.500 νεκρούς, μεταξύ των οποίων και τον σφαγέα της Κρήτης και της Κάσου Χουσεϊν, ενώ ο ίδιος ο Κιουταχής τραυματίζεται.

Όμως ο πληθυσμός αρχίζει πλέον να πεθαίνει μαζικά από την πείνα και τις ασθένειες, και μπροστά στο επερχόμενο τέλος,  αποφασίζεται αιφνιδιαστική έξοδος από το Μεσολόγγι κατά την νύκτα της 10ης προς 11η Απριλίου 1826.

Η έξοδος αρχίζει σύμφωνα με το καταστρωθέν σχέδιο, με την αιφνιδιαστική υπέρβαση της τάφρου, με την βοήθεια τριών ξύλινων προκτασκευασμένων γεφυρών, από τρία τμήματα οπλοφόρων αντιστοίχως, στο μέσο των οποίων ευρίσκοντο τα γυναικόπαιδα, τα οποία εξέρχονται ταυτόχρονα από διαφορετικά σημεία της πόλης, υπό τους οπλαρχηγούς Κίτσο Τζαβέλα, Νότη Μπότσαρη, και Δημήτριο Μακρή. Το σχέδιο προδόθηκε από Βούλγαρο που αυτομόλησε στο τουρκοαιγυπτιακό στρατόπεδο, όλα τα περάσματα ήταν πιασμένα από τον εχθρό, και παρά την ηρωϊκή προσπάθεια των Ελλήνων, μόνο η πρωτοπορία κατάφερε να εξέλθει και να καταφύγει στην Άμφισσα, μετά από βαριές απώλειες. Παρόλα αυτά εκτιμάται ότι από τους 2.500 άνδρες της φρουράς κατάφεραν να διασπάσουν τον τουρκοαιγυπτιακό κλοιό και να διασωθούν περίπου 1.300 μεταξύ των οποίων και οι αρχηγοί των τριών τμημάτων Κίτσος Τζαβέλας, Νότης Μπότσαρης, και Δημήτριος Μακρής.

Η ηρωϊκή άμυνα των Ελλήνων στο Μεσολόγγι κατεγράφη στα απομνημονεύματα του συμμετέχοντος σε αυτήν οπλαρχηγού Σπυρομήλιου, ενώ παράλληλα ενέπνευσε στον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό το ποίημα του «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», το οποίο αποδίδει με ευαισθησία αλλά και ρεαλισμό το πνεύμα της μέχρι θανάτου αντίστασης των Ελλήνων σε κάθε μορφής υποδούλωση («Είν΄ έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων, δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά κι ελεύθεροι να μείνουν, εκείθε με τους αδελφούς  εδώθε με το χάρο»).

***

Στα δραματικά γεγονότα στο Σούλι και το Μεσολόγγι αναφέρονται οι στίχοι από ένα ποίημα μου που ταπεινά καταθέτω σαν πνευματικό δάφνινο στεφάνι στη μνήμη των ηρώων μας:

Οι ντάπιες του Μεσολογγιού

Ολόρθες στέκουνε βουβές
Μ΄άλικο αίμα λευτεριάς βαμμένες

Η δεύτερη στα δυτικά ήταν του Κυριακούλη
Του Κυριακούλη πού πεσε στης Σπλάντζας τ΄ακρογιάλι

Την ώρα που η θάλασσα μάχονταν με τους βράχους
Και ο Μανιάτης άρχοντας χτυπιόταν με το Χάρο

Τον σκότωσε η Αρβανιτιά δέκα χιλιάδες Τούρκοι
Τον θρήνησε η Ήπειρος θρήνησαν κι οι Σουλιώτες

Μαζί κι ο Μάρκος Μπότσαρης ο πρώτος καπετάνιος
Τον θάψαν στου Μεσολογγιού τ΄ανάλαφρο το χώμα

Κι΄εστείλασι έναν αητό στης Μάνης τα χωρία
Αητό δικέφαλο χρυσό για να τους το μηνύσει

Να συγχαρεί τη μάνα του πούμαθε στα παιδιά της
Τί άλλο καλό δεν γίνεται πιο κάλλιο απ΄τη Λευτεριά.

Οι ντάπιες του Μεσολογγιού

Ολόρθες στέκουνε βουβές
Με γαλανόλευκες σημαίες σκεπασμένες

*

Η δωδεκάτη η αρκτική η πιο σημαδεμένη
Ηταν του Μάρκου Μπότσαρη η ντάπια η δοξασμένη

Μεγάλη Ντάπια άπαρτη!
Εδώ είναι το Σούλι!

Ψηλόκορφο αγέρωχο με μάτι γερακίσιο
Εδώ κι ο καπετάνιος του ο πρώτος γερακάρης

Εδώ ο Μάρκος πέταγε πάν΄απ΄τις πολεμίστρες
Κι΄εμψύχωνε κι΄ενσάρκωνε την πέτρα και τον βράχο

Κι΄όταν ο Μάρκος έπεφτε πέρα στο Καρπενήσι
Εσχίσθηκεν ο ουρανός μαράθηκεν η φύση

Κι΄εγείρανε τα φλάμπουρα εδώ στο Μεσολόγγι
Καθώς τον κατευόδωναν στο ιερό του χώμα

Του Κυριακούλη έκανε παρέα μες΄στο μνήμα
Μάνη και Σούλι αγκαλιά.στο Θάνατο στη Λευτεριά!

***


Μετά την ηρωϊκή Έξοδο του Μεσολογγίου, κατά την επακολουθήσασα πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών από τον Κιουταχή, στις 24 Απριλίου 1827, δύο μέρες μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη, και ενώ τα ελληνικά στρατεύματα είναι βαθύτατα επηρεασμένα από την δεινή απώλεια του αρχιστρατήγου της Ρούμελης, διατάσσεται γενική μετωπική επίθεση που καταλήγει σε ήττα των Ελλήνων, όταν στη θέση Ανάλατος (κοντά στον Άγιο Σώστη της σημερινής Λεωφόρου Συγγρού) υφίστανται αιφνιδιαστική επίθεση από τον Κιουταχή και τον Ομέρ της Καρύστου, που επελαύνουν με 600 ιππείς ακολουθούμενοι από 2.000 πεζούς. Κατά την διάρκεια της σύγκρουσης πέφτουν ηρωϊκά στο πεδίο της μάχης πολλοί από τους επιφανέστερους Σουλιώτες οπλαρχηγούς  μεταξύ των οποίων ο Λάμπρος Βέϊκος, ο Γεώργιος Τζαβέλας, ο Αθανάσιος-Τούσιας Μπότσαρης εξάδελφος του Μάρκου, και ο Γεώργιος Δράκος ο οποίος αιχμαλωτίζεται και προτιμά να αυτοκτονήσει.

Αυτή ήταν και η τελευταία πράξη του δράματος πριν από την ελληνική ανεξαρτησία. Ο ηρωϊσμός, η αυτοθυσία, και ο βαρύς φόρος αίματος που πλήρωσαν οι Σουλιώτες για την ελευθερία της πατρίδος μας αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής μνήμης του Ελληνισμού και διαχρονική πηγή ποιητικής εμπνεύσεως, ενώ σε κάθε προσκλητήριο πεσόντων ο πρώτος που ανακαλείται στη μνήμη, και που δηλώνει διαχρονικά παρών στους αγώνες, παλιούς και μελλούμενους, του Έθνους είναι φυσικά ο Μεγάλος Σουλιώτης:

Μπότσαρης Μάρκος
των Ελλήνων
Πρώτος των πρώτων καπετάνιος
Πρώτος στον πόλεμο
Πρώτος στη μάχη
Πρώτος στο γυριστό σπαθί
Και πρώτος στο ντουφέκι
Μπότσαρης Μάρκος
Των Ελλήνων
Έπεσε καταδιώκοντας Τουρκαλβανούς
Πρώτος για πάντα στις καρδιές μας

 

Χρίστος  Γούδης